«Η απαξίωση της Σχολής Αστυφυλάκων και η σιωπηρή αποδόμηση του θεσμού»
Το παρακάτω κείμενο αποτελεί άρθρο αναγνώστη, εν ενεργεία αστυνομικού, το οποίο εστάλη στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της σύνταξής μας. Το δημοσιεύουμε αυτούσιο, καθώς αποτυπώνει προσωπικές εμπειρίες, προβληματισμούς και κριτική προσέγγιση γύρω από τη Σχολή Αστυφυλάκων και τη θεσμική πορεία της Ελληνικής Αστυνομίας, με αφορμή τη συμπλήρωση 30 ετών από την εισαγωγή της πρώτης σειράς αστυφυλάκων μέσω Πανελληνίων Εξετάσεων. Οι απόψεις που εκφράζονται ανήκουν αποκλειστικά στον συντάκτη του άρθρου.
Χθες 12/1 ολοκλήρωσε τον υπηρεσιακό της κύκλο η πρώτη σειρά αστυφυλάκων που εισήχθη το 1995 μέσω Πανελληνίων Εξετάσεων. Τριάντα χρόνια μετά, αντί η επέτειος αυτή να αποτελέσει αφορμή αναβάθμισης και ενίσχυσης ενός θεσμού που άλλαξε την εικόνα της Ελληνικής Αστυνομίας, λειτουργεί ως σιωπηρός επικήδειος για τη Σχολή Αστυφυλάκων.
Η απαξίωση δεν γίνεται με κατάργηση νόμου. Γίνεται με παράλειψη, υποβάθμιση και συνειδητή παράκαμψη.
Η μεταρρύθμιση του 1994 από τον τότε Υπουργό Δημόσιας Τάξης Στέλιο Παπαθεμελή υπήρξε η μοναδική ουσιαστική τομή στην ιστορία της ΕΛ.ΑΣ. Η εισαγωγή μέσω Πανελληνίων Εξετάσεων χειροκροτήθηκε όχι μόνο εντός του Σώματος, αλλά από το σύνολο της κοινωνίας. Για πρώτη φορά επιχειρήθηκε να αναβαθμιστεί θεσμικά η έννοια του λειτουργήματος «Έλληνας Αστυνομικός».
Μέχρι τότε, ο αστυνομικός παρέμενε στη λαϊκή συνείδηση ως αγράμματος, αυστηρός χωρίς παιδεία, “άμεμπτος” μόνο κατ’ όνομα και συχνά “κλεφτοκοτάς”. Η Πανελλαδική εισαγωγή στόχευσε στη ρήξη με αυτό το στερεότυπο και στη δημιουργία ενός ένστολου δημόσιου λειτουργού με γνώση, κρίση, παιδεία και επαγγελματική συνείδηση. Από τότε όμως, καμία ουσιαστική μεταρρύθμιση δεν ακολούθησε.
Ο σημερινός Υπουργός, με θητεία άνω της δεκαετίας σε κρίσιμες καμπές της χώρας (εξάρθρωση 17 Νοέμβρη, μνημόνια, πανδημία COVID-19), δεν προχώρησε ποτέ σε ακαδημαϊκή ή θεσμική αναβάθμιση της Σχολής Αστυφυλάκων. Δεν ενίσχυσε το κύρος της, δεν αναβάθμισε το επίπεδο σπουδών, δεν κατοχύρωσε τον ρόλο της ως ενιαίο θεμέλιο επαγγελματικής ταυτότητας για το προσωπικό βάσης της ΕΛ.ΑΣ. Αντιθέτως, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται συστηματική παράκαμψη της Σχολής.
Η μαζική πρόσληψη ΣΦΟΧ με στοχευμένη τοποθέτηση σε Υπηρεσίες μετάθεσης και μόνιμης μετακίνησης ήδη υπηρετούντων αστυνομικών. Η πρόσληψη νέων Ειδικών Φρουρών από παλαιές προκηρύξεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την απορρόφηση περίπου 950 ατόμων από το τέλος της λίστας επιτυχόντων προκήρυξης του 2024 σε σύνολο 1.600, συνιστά πολιτική επιλογή δημιουργίας προσωπικού πολλών ταχυτήτων, με αποσπασματική εκπαίδευση και χωρίς ενιαία επαγγελματική βάση. Μια λογική που περισσότερο θυμίζει πρόχειρη «μαζική παραγωγή» προσωπικού, παρά σοβαρό σχεδιασμό σύγχρονου Σώματος Ασφαλείας.
Τα αποτελέσματα είναι ήδη εμφανή:
- παραιτήσεις,
- επαγγελματική και οικονομική εξουθένωση,
- δεύτερη –συχνά μαύρη– εργασία για επιβίωση,
- και πλήρης απαξίωση της προσπάθειας χιλιάδων νέων που πέτυχαν με 17.000 και 17.500 μόρια, πιστεύοντας ότι η Πολιτεία σέβεται την αξιοκρατία.
Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο έντονη αν συγκριθεί με τις πρόσφατες εξελίξεις σε άλλους ένστολους θεσμούς.
Πέρασε μεγάλο νομοσχέδιο που αναβαθμίζει ακαδημαϊκά τις σχολές Υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. Αντίστοιχες κινήσεις προωθούνται για τις Σχολές της Πυροσβεστικής.
Και όμως, πουθενά , σε κανένα νομοσχέδιο, σε κανένα σχέδιο, σε καμία πρόβλεψη, δεν υπάρχει η Σχολή Αστυφυλάκων της ΕΛ.ΑΣ.
Ο θεσμός που στελεχώνει τη βάση της Αστυνομίας, που σηκώνει το βάρος της καθημερινής αστυνόμευσης και της πρώτης γραμμής, αντιμετωπίζεται ως δευτερεύων. Ως αναλώσιμος. Ως πρόβλημα που «λύνεται» με αριθμούς και όχι με εκπαίδευση.
Η Σχολή Αστυφυλάκων δεν καταργείται τυπικά. Καταργείται πολιτικά και θεσμικά στην πράξη.
Και μαζί της αποδομείται η ιδέα του μορφωμένου Έλληνα Αστυνομικού. Αν αυτή είναι συνειδητή επιλογή, το προσωπικό και η κοινωνία δικαιούνται να το γνωρίζουν. Αν όχι, τότε πρόκειται για ιστορική αμέλεια με συνέπειες που ήδη πληρώνει το Σώμα.
Γιατί η ασφάλεια δεν οικοδομείται με πρόχειρες λύσεις. Οικοδομείται με εκπαίδευση, θεσμούς και σεβασμό σε εκείνους που υπηρέτησαν και υπηρετούν.

Δημοσίευση σχολίουDefault CommentsFacebook Comments