Από την ΕΛ.ΑΣ. στον ιδιωτικό τομέα: Πώς οι «χρυσές μεταβάσεις» υπονομεύουν την αστυνομική ακεραιότητα
Η μετάβαση στελεχών της Ελληνική Αστυνομία από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα, μετά την αφυπηρέτησή τους, εξελίσσεται σε ένα από τα πλέον σιωπηλά αλλά διαβρωτικά φαινόμενα για τη λειτουργία και την αξιοπιστία του Σώματος. Δεν πρόκειται απλώς για επαγγελματική αποκατάσταση μετά το τέλος της υπηρεσιακής σταδιοδρομίας, αλλά για ένα σύστημα άτυπων ανταλλαγμάτων που θρέφει τη διαφθορά και αποδυναμώνει την έννοια του δημόσιου λειτουργήματος.
Σε πολλές περιπτώσεις, πρώην ανώτατα ή μεσαία στελέχη της ΕΛ.ΑΣ. εμφανίζονται, σχεδόν αυτομάτως μετά την αποστρατεία τους, σε ιδιωτικές εταιρείες ασφαλείας, σε ρόλους όπως «σύμβουλος ασφαλείας», «υπεύθυνος επιχειρησιακού σχεδιασμού» ή «σύμβουλος δημοσίων σχέσεων». Θέσεις που, εύλογα, γεννούν ερωτήματα:
υπήρχαν πράγματι οι ανάγκες αυτές ή δημιουργήθηκαν αποκλειστικά για συγκεκριμένα πρόσωπα;
Η προεξόφληση της ανταμοιβής
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το «μετά». Αφορά κυρίως το πριν. Όταν ένας εν ενεργεία αξιωματικός γνωρίζει –ή έστω ελπίζει– ότι η στάση του σήμερα μπορεί να του εξασφαλίσει μια καλοπληρωμένη θέση αύριο, τότε η άσκηση των καθηκόντων του αλλοιώνεται.
Η ανοχή σε παρατυπίες, η επιλεκτική αυστηρότητα, η αδράνεια σε ελέγχους ή η «κατανόηση» προς συγκεκριμένα ιδιωτικά συμφέροντα παύουν να είναι απλές υπηρεσιακές αστοχίες και μετατρέπονται σε επένδυση για το μέλλον.
Έτσι, η αστυνομική εξουσία –που οφείλει να ασκείται με αμεροληψία και αυστηρή νομιμότητα– μετατρέπεται σε διαπραγματεύσιμο κεφάλαιο.
Οι γνωριμίες ως εμπόρευμα
Μετά την αποστρατεία, το βασικό «προσόν» του πρώην αστυνομικού δεν είναι ούτε οι γνώσεις του ούτε η εμπειρία του, αλλά το δίκτυο επαφών που διατηρεί εντός της ΕΛ.ΑΣ. Οι ιδιωτικές εταιρείες δεν επενδύουν μόνο στο παρελθόν του, αλλά κυρίως στην πρόσβαση που μπορεί να προσφέρει:
πληροφορίες, άτυπες διευκολύνσεις, γνώση εσωτερικών διαδικασιών και –το σημαντικότερο– ανθρώπους.
Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: οι εν ενεργεία αστυνομικοί βλέπουν αυτές τις «χρυσές μεταβάσεις» ως πρότυπο καριέρας. Προσαρμόζουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, τη συμπεριφορά τους με γνώμονα όχι το υπηρεσιακό καθήκον, αλλά την επόμενη μέρα μετά την στολή.
Πλήγμα στην αξιοκρατία και την εμπιστοσύνη
Το σύστημα αυτό πλήττει διπλά την ΕΛ.ΑΣ. Από τη μία, υπονομεύει τους ευσυνείδητους αστυνομικούς, που εκτελούν τα καθήκοντά τους χωρίς εκπτώσεις και βλέπουν άλλους να ανταμείβονται για τη σιωπή ή την ανοχή τους. Από την άλλη, διαβρώνει τη δημόσια εμπιστοσύνη, καθώς ο πολίτης αντιλαμβάνεται –έστω και διαισθητικά– ότι η αστυνόμευση δεν λειτουργεί πάντα με καθαρούς όρους.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι, παρά τη σοβαρότητα του ζητήματος, δεν υπάρχουν ουσιαστικοί θεσμικοί φραγμοί:
ούτε αυστηρές περίοδοι ασυμβίβαστου,
ούτε αποτελεσματικοί έλεγχοι,
ούτε διαφάνεια στις μετακινήσεις αυτές.
Ένα πρόβλημα που δεν λύνεται με ευχές
Η «χρυσή» μετάβαση από την ΕΛ.ΑΣ. στον ιδιωτικό τομέα δεν είναι ατομικό δικαίωμα που απλώς ασκείται. Είναι, σε πολλές περιπτώσεις, σύμπτωμα ενός οργανωμένου προβλήματος, που αλλοιώνει τη λειτουργία της Αστυνομίας εκ των έσω.
Όσο δεν τίθενται σαφή όρια και αυστηροί κανόνες, η αστυνομική ιδιότητα θα συνεχίσει να αντιμετωπίζεται από ορισμένους όχι ως λειτούργημα, αλλά ως προσωρινή στάση πριν από την επόμενη, προσοδοφόρα θέση. Και αυτό είναι ίσως η πιο επικίνδυνη μορφή διαφθοράς: εκείνη που δεν φαίνεται, αλλά καθορίζει συμπεριφορές.
Κ.Κ.

Δημοσίευση σχολίουDefault CommentsFacebook Comments