Η Ελληνική κοινωνία σε φάση πολιτικής συμπύκνωσης: Πόσοι χώροι «χωράνε» πραγματικά;
Πολιτική συμπύκνωση: λιγότεροι πόλοι, μεγαλύτερα διακυβεύματα
Με τα σημερινά κοινωνικά, οικονομικά και γεωπολιτικά δεδομένα, η ελληνική κοινωνία φαίνεται να εισέρχεται σε μια περίοδο πολιτικής συμπύκνωσης. Ο κατακερματισμός των προηγούμενων ετών –με την πληθώρα κομμάτων, σχημάτων και προσωποκεντρικών εγχειρημάτων– δείχνει να αγγίζει τα όριά του. Στην πράξη, το εκλογικό σώμα και ο δημόσιος διάλογος μοιάζουν πλέον να αντέχουν, αλλά και να νομιμοποιούν, πέντε βασικούς πολιτικούς πόλους: έναν κεντροδεξιό, έναν κεντροαριστερό, έναν ακροδεξιό, έναν ακροαριστερό και το ΚΚΕ ως μια σταθερή ιδεολογική εξαίρεση. Τα υπόλοιπα πολιτικά μορφώματα δύσκολα θα επιβιώσουν σε βάθος χρόνου.
Ο κεντροδεξιός πόλος εκφράζει διαχρονικά ένα ευρύ τμήμα της κοινωνίας που δίνει προτεραιότητα στη σταθερότητα, στην οικονομική ανάπτυξη, στη θεσμική συνέχεια και στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Πρόκειται για έναν χώρο που επενδύει στον ρεαλισμό, στη διαχείριση και στην αποφυγή μεγάλων ρίσκων, απορροφώντας κυρίως τη μεσαία τάξη, τους επαγγελματίες και όσους φοβούνται τις απότομες πολιτικές ανατροπές.
Αντίστοιχα, η κεντροαριστερά δεν μπορεί –και δεν πρέπει– να αντιμετωπίζεται ως χώρος ιδεολογικής ασάφειας ή ανέφικτων υποσχέσεων. Στη σύγχρονη εκδοχή της οφείλει να κινείται σε έναν εξίσου πραγματιστικό τρόπο διακυβέρνησης, συνδυάζοντας κοινωνική δικαιοσύνη με οικονομική υπευθυνότητα. Μια κεντροαριστερά που αναγνωρίζει τους δημοσιονομικούς περιορισμούς, σέβεται τους θεσμούς και την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, αλλά ταυτόχρονα προτείνει εφαρμόσιμες πολιτικές για ισχυρό κοινωνικό κράτος, μείωση των ανισοτήτων, προστασία της εργασίας και δίκαιη ανάπτυξη. Όχι ρήξεις χωρίς σχέδιο, αλλά μεταρρυθμίσεις με κοινωνικό πρόσημο και διοικητική σοβαρότητα.
Στα άκρα του πολιτικού φάσματος, η ακροδεξιά και η ακροαριστερά συνεχίζουν να λειτουργούν κυρίως ως χώροι διαμαρτυρίας. Η ακροδεξιά αντλεί δύναμη από τον φόβο, την ανασφάλεια, το μεταναστευτικό και την αίσθηση απώλειας εθνικής κυριαρχίας. Η ακροαριστερά εκφράζει τη συνολική απόρριψη του πολιτικού και οικονομικού συστήματος, προτάσσοντας τη σύγκρουση με τους θεσμούς και το status quo. Και οι δύο χώροι διαθέτουν ακροατήριο, αλλά δύσκολα μπορούν να εξελιχθούν σε πλειοψηφικά ρεύματα διακυβέρνησης.
Ιδιαίτερη και διαχρονική περίπτωση αποτελεί το ΚΚΕ. Με σταθερή ιδεολογική ταυτότητα, πειθαρχημένο κομματικό μηχανισμό και έναν πιστό πυρήνα ψηφοφόρων, παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεπηρέαστο από τις συγκυριακές μεταβολές. Δεν απορροφάται, δεν μετασχηματίζεται και δεν λειτουργεί ευκαιριακά, γεγονός που το καθιστά μόνιμο παράγοντα του πολιτικού συστήματος.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα μικρά κόμματα και τα ενδιάμεσα πολιτικά σχήματα, χωρίς σαφή ταυτότητα και ουσιαστική κοινωνική γείωση, οδηγούνται σταδιακά στην περιθωριοποίηση ή στην εξαφάνιση. Η κοινωνία δείχνει κουρασμένη από πειραματισμούς, ασάφειες και προσωποπαγείς λύσεις, επιλέγοντας πιο καθαρές πολιτικές γραμμές.
Η Ελλάδα εισέρχεται έτσι σε μια εποχή λιγότερων πολιτικών παικτών αλλά εντονότερων αντιπαραθέσεων. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι απλώς πόσα κόμματα «χωράνε» στο πολιτικό σύστημα, αλλά αν οι βασικοί πολιτικοί πόλοι –και ιδίως οι δύο του κέντρου– μπορούν να απαντήσουν με ρεαλισμό, σοβαρότητα και κοινωνική ευθύνη στα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας. Γιατί η πολιτική συμπύκνωση από μόνη της δεν αρκεί· αυτό που τελικά κρίνεται είναι η ποιότητα της διακυβέρνησης.
Κ.Κ

Δημοσίευση σχολίουDefault CommentsFacebook Comments